Η ΜΟΔΑ

Ἡ ψυχὴ τῶν τριχάπτων εἶναι εὐτυχής. Ἰδιότροπος, ἀλλὰ καὶ καλαίσθητος ἡ μόδα φέτος παίζει μέσα εἰς τὴς νταντέλες, κυλιομένη ἡδονικά εἰς σύννεφα ἀπὸ τούλια, εἰς χρυσόπλεκτα νταντελωτὰ ὑφάσματα, εἰς guipures καὶ εἰς Alençon, εἰς νταντέλας τῆς Μάλτας καὶ τῆς Βενετίας αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐνθυμίζουν πριγκιπίσσας στολισμένας μὲ τὰ ὡραιότερα κοσμήματά των, καλλιτέχνιδας πλεούσας εἰς λευκὰ ὄνειρα καὶ ἑταίρας ἀντλούσας τὴν ἀποιχομένην νεότητα καὶ ἀνθηρότητα ἀπὸ τὰ πάντοτε νέα καὶ πάντοτε ἀνθηρά τρίχαπτα. Ἡ ψυχὴ τῶν νταντελῶν ἀναγεννᾶται, καὶ ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ κλεισμένα δρύϊνα συρτάρια μὲ τὸ παλαιὸν ἄρωμα τῶν ἀνισταμένων νεκρῶν πραγμάτων, μὲ τὸ ἄρωμα τῶν ξηρῶν ρόδων καὶ τῆς κλεισμένης ἴριδος. Ἠ νταντέλα εἶναι τὸ θαυμασιώτερον ἔνδυμα, διότι δὲν σκεπάζει τίποτε, ἀλλὰ στολίζει καὶ φρεσκάρει τὸ γυμνόν.

Ἕν πρᾶγμα ὅμως σκεπάζει ἀνηλεῶς, καταδιώκει, καταστρέφει ἡ σημερινὴ μόδα· ἕν ὄργανον τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ μὴν ἐμπνέει πολλὴν ποίησιν, βεβαίως ὅμως εἶναι ἡ ἑστία τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἑστία τῆς φυλῆς : τὴν κοιλίαν. Πόλεμος κατὰ τῆς κοιλίας. Καὶ ὅταν βλέπει κανεὶς τὴν παρέλασιν τῶν κοριτσιῶν καὶ ὡρίμων κυριῶν μὲ κολλητὰ φορέματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα σχεδὸν οὔτε διαγράφεται σχῆμα κοιλίας εὑρίσκεται εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ ἐρωτήσῃ : αἱ σημεριναὶ γυναῖκες δὲν ἔχουν λοιπὸν πλέον κοιλίας; Καὶ ποῦ θὰ κυοφορηθοῦν λοιπὸν αἱ γενεαὶ τοῦ μέλλοντος; . . . . . . . Καὶ ἄλλοι θὰ ἐρωτήσουν : Δὲν τρώγουν λοιπὸν τίποτε αἱ σημεριναὶ γυναῖκες;

Ἡ ἀπάντησις εἶναι περίεργος: Ἀντὶ νὰ τρώγουν, ἐνδύονται. Ὅλα τὰ ἔξοδα γίνονται εἰς ὑφάσματα καὶ τρίχαπτα καὶ ἄνθη καὶ καρπούς, οἱ ὁποῖοι εἰς ποικίλους τρόπους στολίζουν ἐξωτερικῶς τὸ σῶμα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει θέσις νὰ τὸ θρέψουν ἐσωτερικῶς.

Μάλιστα ! οἱ καρποὶ παίζουν μεγάλο ρόλο εἰς τὰ φορέματα καὶ εἰς τὰ καπέλλα καὶ εἰς τὰς συναναστροφάς. Μία φούχτα κεράσια εἰς τὸ στῆθος, ἤ ὑπὸ τὴν μέσην εἶναι τὸ μεγαλήτερον chic τῆς στιγμῆς. Τὰ καπέλλα πλέον μεταβάλλονται εἰς πανέρια ὀπωροπωλῶν. Εἰς τοὺς ἱππικοὺς ἀγῶνας ἐπεφάνησαν κυρίαι μὲ πορτοκάλλια ὁλόκληρα εἰς τὴν κεφαλήν. Τὸ πρᾶγμα ἠμπορεῖ νὰ φανῇ παράδοξον, ἀλλ’ εἶναι ἀληθές. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸ καπέλλο ἐκεῖνο ἐσκεπάζετο καὶ ἀπὸ ἄνθη πορτοκαλιᾶς, ἀλλ’ ἀδιάφορον. Τρία τέσσαρα πορτοκαλάκια, μανταρίνια μᾶλλον, ἔπιπτον μὲ πολλὴν χάριν πρὸς τὰ ὀπίσω, ἐπάνω εἰς τὰ κατσαρὰ μαλλάκια τοῦ λαιμοῦ. Καὶ ἐνῷ οἱ λεμονανθοὶ ἔδωκαν διὰ μίαν στιγμὴν εἰς τὸ κοινὸν τὴν ἰδέαν νύμφης, παρασυρθείσης ἐκεῖ εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ἀπὸ κανένα μανιώδη portsman σύζυγον, αἴφνης τὰ πορτοκαλάκια ἔλυσαν τὴν ἀπορίαν. Μόδα, εἶπαν ὅλοι, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἐσπεριδοειδῶν ἐτέθησαν εἰς κυκλοφορίαν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν φανατικωτέρων ὀπαδῶν τῆς μόδας.

Μεθ’ ὅλα αὐτὰ οἱ μικροὶ καρποὶ ἐπεκράτησαν. Φράουλες, κεράσια, χαμοκέρασα, τζίτζιρα, σταφύλια, τζάνερα, βερύκοκα, ὅλα αὐτὰ ἀνακατωμένα μὲ σαλατικά. Αἴφνης μὲ φύλλα σαλάτας, μὲ κρεσσόν, μὲ κάπαριν, μὲ φύλλα ἐλῃᾶς, μὲ χορταράκι, μὲ σανοὺς φρέσκους ἤ ξηρούς, μὲ στάχυα, ἀποτελοῦν τοὺς πλέον περιέργους συνδυασμοὺς διὰ τὸν στολισμὸν τῶν γυνακείων καπέλλων. Ὁ κισσὸς ἐπίσης παίζει μεγάλο ρόλο εἰς τὰ ὀπωροφόρα αὐτὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα σκεπάζουν μὲ τὸν σημερινὸν συρμὸν τὰ κεφάλια μας.

Τόση δὲ εἶναι ἡ μανία τῶν καρπῶν, ὥστε ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦν νὰ τοὺς κρεμοῦν εἰς τὰ χέρια, τοὺς ζωγραφίζουν ἐπάνω εἰς τὰ γάντια. Λοιπὸν τὰ γάντια χρωματιστὰ μὲ ὡραίους καρποὺς ζωγραφιστοὺς ἐπάνω. Ἡ μόδα ἔρχεται ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ὁπου χιλιάδες μικρῶν γυναικῶν ζωγράφων καταγίνονται τώρα νὰ ζωγραφίζουν καρπούς, ἐνίοτε καὶ ἄνθη εἰς τὰ γάντια. Καὶ ἔτσι ἡ μόδα αὐτὴ ἔχει καὶ τὸ καλὸν της μέρος, ἀφοῦ θὰ δίδῃ ἐργασίαν εἰς τόσας γυναικείας καλλιτεχνικὰς χεῖρας.

Παρισινή

[πηγή: Εφημερίς των Κυριών, 29/4/1901, σελ. 5-6 - Ψηφιοθήκη Α.Π.Θ.]

info