Περίπτωση Μελέτης: Η μείωση της πληθυ­ σμιακής αύξησης στην Ινδία και στην Κίνα.

Ινδία . Το πρώτο στον κόσμο εθνικό πρόγραμμα οικογε­ νειακού προγραμματισμού άρχισε στην Ινδία το 1952, όταν ο πληθυσμός της έφτανε τα 400 εκατομ­ μύρια. Το 1994, μετά από 42 χρόνια προσπαθειών πλη­ θυσμιακού ελέγχου, η Ινδία ήταν η δεύτερη πιο πολυ­ πληθής χώρα στον κόσμο με 912.000.000 κατοίκους.

Το 1952 η Ινδία πρόσθεσε στον πληθυσμό της 5 εκα­ τομμύρια κατοίκους. Το 1994 πρόσθεσε 17 εκατομμύ­ ρια, 46.600 περισσότερα στόματα που έπρεπε να τρέφο­ νται κάθε μέρα. Με το 36% του πληθυσμού ηλικίας κά­τω των 15 ετών, η Ινδία προβλέπεται να φτάσει στα 1,4 δισεκατομμύρια μέχρι το 2025, και ίσως στο 1,9 δισεκα­ τομμύρια πριν τις αρχές του 22ου αιώνα.

Ο λαός της Ινδίας είναι από τους πιο φτωχούς στον κόσμο με μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα περίπου 310 δο­ λάρια το χρόνο. Το 30% του πληθυσμού έχει εισόδημα λιγότερο των 100 δολαρίων το χρόνο. Σχεδόν το ήμισυ της εργατικής δύναμης της Ινδίας είναι άνεργο ή μπο­ρεί να βρει μόνο περιστασιακές εργασίες. Αν και προς το παρόν έχει αυτάρκεια σε τρόφιμα, περίπου το 40% του πληθυσμού της υποφέρει από υποσιτισμό λόγω της φτώχειας. Η μέση διάρκεια ζωής είναι τα 57 χρόνια, και το ποσοστό θνησιμότητας των βρεφών φτάνει στους 79 θανάτους ανά 1000 γεννήσεις.

Κάποιοι αναλυτές φοβούνται ότι ο ήδη σοβαρός υπο­σιτισμός και τα προβλήματα υγείας στην Ινδία θα επι­ δεινωθούν εάν ο πληθυσμός της συνεχίσει να αυξάνει μ' αυτούς τους ρυθμούς. Με το 16% του παγκόσμιου πληθυσμού, η Ινδία έχει μόλις 2,3% πόρων γης και 1,7% των δασών. Το 40% των καλλιεργειών της Ινδίας υπο­ βαθμίζεται ως αποτέλεσμα της διάβρωσης του εδάφους, της έλλειψης νερού, της αλατοποίησης, της υπερβόσκησης και της αποψίλωσης των δασών. Περίπου το 705 του νερού της Ινδίας είναι ιδιαίτερα υποβαθμισμένο και μολυσμένο και οι υπηρεσίες εξυγίανσης είναι συχ νά ανεπαρκείς.

Χωρίς μακροχρόνια συστήματα οικογενειακού προ­ γραμματισμού, ο πληθυσμός της Ινδίας και τα προβλή­ ματα περιβάλλοντος ολοένα θα αυξάνονται. Επίσης τα αποτελέσματα των υπαρχόντων προγραμμάτων είναι απογοητευτικά λόγω του φτωχού προγραμματισμού, της ανεπάρκειας γραμματειακής στήριξης, του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου των γυναικών, της εξαιρετικής φτώχειας και της έλλειψης διοικητικής και οικονομικής υποστήριξης.

Αν και η κυβέρνηση δίνει πληροφορίες για τα πλεονε­κτήματα των μικρών οικογενειών εδώ και χρόνια, οι Ινδές κατά μέσο όρο γεννούν 3,6 παιδιά επειδή οι περισ­σότεροι πιστεύουν ότι χρειάζονται πολλά παιδιά για να δουλέψουν γι' αυτούς και να τους φροντίζουν, όταν γε­ράσουν. Πολλοί πολιτισμικοί και κοινωνικοί κανόνες επίσης ευνοούν τις μεγάλες οικογένειες και επικρατεί η προτίμηση στα αρσενικά παιδιά. Κάποια ζευγάρια εξα­κολουθούν να κάνουν παιδιά μέχρι που να αποκτή­σουν ένα ή περισσότερα αγόρια. Αυτοί οι παράγοντες εξηγούν εν μέρει το γιατί αν και το 90% των ζευγαριών στην Ινδία γνωρίζουν τουλάχιστον μία σύγχρονη μέθο­δο αντισύλληψης, μόνο το 40% τη χρησιμοποιεί.

Το 1976 η Ίντιρα Γκάντι ξεκίνησε ένα πρόγραμμα όπου προσφερόταν οικονομικά κίνητρα στην εκούσια στείρωση. Το πρόγραμμα απέτυχε επειδή οι επίσημοι προσπάθησαν δια του εξαναγκασμού να επιβάλουν τη στείρωση σε ορισμένες επαρχιακές περιοχές. Το αποτέ­ λεσμα ήταν η ήττα της Γκάντι στις εκλογές του 1977, και η καταστολή των προσπαθειών της χώρας να μειώ­ σουν την αύξηση του πληθυσμού.

Το 1978 η κυβέρνηση ξεκίνησε μία νέα προσπάθεια ανεβάζοντας το κατώτατο όριο ηλικίας γάμου από τα 18 στα 21 για τους άνδρες και από τα 15 στα 18 για τις γυναίκες. Από τότε αυξήθηκαν οι προσπάθειες του κρά­ τους για οικογενειακό προγραμματισμό και οικονομι­ κή ενίσχυση, με στόχο την επίτευξη της κατά 60%, χρή­ σης αντισυλληπτικών μεθόδων, σε σύγκριση με το 44% του 1994, και με επίπεδο αντικατάστασης της γονιμότη­ τας μέχρι το 2000. Η κυβέρνηση της Ινδίας δίνει εργα­σίες και σπίτια σε ζευγάρια που επιτυγχάνουν να αντα­ποκριθούν στους στόχους του οικογενειακού προγραμματισμού . Επίσης, σκοπεύει να ανεβάσει ξανά το κατώ­τατο όριο γάμου, και να δώσει στις γυναίκες την ευκαι­ ρία για μόρφωση και εργασία, να μειώσει το ποσοστό θνησιμότητας των βρεφών, όλα εκ των οποίων συντε­ λούν στη μείωση των επιπέδων γονιμότητας. Απομένει να δούμε εάν αυτές οι προσπάθειες φέρουν αποτελέ­ σματα.

Κίνα . Από το 1970 η Κίνα έκανε εντυπωσια­ κές προσπάθειες για να θρέψει το λαό της και να θέσει υπό έλεγχο την πληθυσμιακή αύξηση. Μεταξύ 1972 και 1994 η Κίνα πέτυχε μία αξιόλογη ελάττωση στο ποσο­ στό των γεννήσεων από τις 32 στις 18 ανά 1000 κατοί­ κους, ενώ το συνολικό ποσοστό γονιμότητας μειώθηκε από τα 5,7 στα 2 παιδιά ανά γυναίκα. Από το 1985, το ποσοστό θνησιμότητας των παιδιών έφτασε στο 1/6 του ποσοστού της Ινδίας. Η μέση διάρκεια ζωής στην Κίνα είναι τα 70 έτη, ποσοστό κατά 13 χρόνια υψηλότερο από της Ινδίας. Το κατά κεφαλήν εισόδημα φτάνει στα 380 δολάρια, όμοια με της Ινδίας. Παρά τις επιτυχίες αυτές, με τον μεγαλύτερο πληθυσμό στον κόσμο και με ποσοστό ανάπτυξης 1,1% η Κίνα είχε 14 εκατομμύρια στόματα επιπλέον να θρέψει μέσα στο 1994.

Για να επιτευχθεί αυτή η απότομη μείωση της γονι­ μότητας, καθιερώθηκε στην Κίνα το πλέον αυστηρό, εκτενές και εντατικό πρόγραμμα πληθυσμιακού ελέγ­ χου. Τα ζευγάρια αναγκάζονται να αναβάλουν την ηλικία γάμου και να μην κάνουν πάνω από 1 παιδί. Τα παντρεμένα ζευγάρια έχουν δωρεάν πρόσβα­ ση στη στείρωση, την αντισύλληψη και στις αμβλώ­ σεις. Οι παραϊατρικές και κινητές μονάδες διασφαλί­ ζουν την πρόσβαση ακόμη και σε επαρχιακές περιοχές.

Ζευγάρια που δηλώνουν συμφωνία να μην αποκτή­ σουν πάνω από ένα παιδί, παίρνουν επιπλέον τροφή, με­ γαλύτερες συντάξεις, καλύτερη στέγαση, δωρεάν ια­τροφαρμακευτική περίθαλψη και επιπλέον μισθό. Το παιδί τους θα παρακολουθήσει το σχολείο δωρεάν και θα προτιμηθεί στην ανεύρεση εργασίας, όταν φτάσει στην κατάλληλη ηλικία. Τα ζευγάρια που παραβιά­ ζουν τη συμφωνία χάνουν όλα τα πλεονεκτήματα. Το αποτέλεσμα είναι το 81% των παντρεμένων γυναικών στην Κίνα να χρησιμοποιούν την αντισύλληψη σε σύ­ γκριση με τις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες χώρες το πο­ σοστό χρήσης των οποίων μόλις που φτάνει στο 34%.

Οι κυβερνητικοί παράγοντες διαπίστωσαν στη δεκαετία του 1960 πως η μόνη εναλλακτική λύση για τον απόλυτο πληθυσμιακό έλεγχο ήταν ο μαζικός θάνατο: από πείνα. Το πολίτευμα της Κίνας είναι απολυταρχι­κό, και έτσι, αντίθετα με την Ινδία, έγινε δυνατή η επιβολή της πληθυσμιακής πολιτικής σ’ ολόκληρη τη χώρα. Εξάλλου, ο λαός της Κίνας είναι ομοιογενής και έχει κοινή γλώσσα γραφής, που βοηθά στη διάδοση της εκπαίδευσης του λαού για την ανάγκη του οικογενειακού προγραμματισμού και την ολοκλήρωση προγραμ­μάτων με στόχο την καθυστέρηση της πληθυσμιακή; αύξησης.

Οι ηγέτες της Κίνας έχουν στόχο να φτάσουν σε μη­δενική πληθυσμιακή αύξηση μέχρι το 2000 με πληθυσμό 1,2 δισεκατομμύρια και μέχρι το 2100 στα 0,6-1 δισεκατομμύριο. Όμως μία έκθεση των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει ότι ο πληθυσμός της Κίνας θα φτάσει στα 1,3 δισ. μέχρι το 2000, στο 1,5 δισ. μέχρι το 2025, και στα 1,7 δισ. πριν φτάσουν στη μηδενική πληθυσμιακή αύξηση ίσως γύρω στο 2100, κυρίως επειδή το 28% του πληθυσμού ήταν ηλικίας κάτω των 15 ετών το 1994. Για να καθυστερήσει την αύξηση, η κυβέρνηση της Κίνας δίνει πλέον έμφαση στη βελτίωση της θέσης των γυναι­ κών, δίνει ασφάλεια στους ηλικιωμένους και βελτιώνει τον οικογενειακό προγραμματισμό και την υγειονομι­ κή ασφάλιση για μητέρες και παιδιά.

Οι περισσότερες χώρες προτιμούν να αποφεύγουν τα αυστηρά μέτρα που χαρακτηρίζουν το πρόγραμμα της Κίνας. Η χρήση βίας δεν μπορεί να ταυτιστεί με τις δη μοκρατικές αξίες και την έννοια των ανθρώπινων δι καιωμάτων, ενώ αργά ή γρήγορα θα αποδειχθεί αναπο τελεσματική, καθώς οι λαοί θα αντισταθούν. Υπάρ­ χουν όμως μέρη αυτού του προγράμματος που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε χώρες του Τρίτου Κό­ σμου. Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η τακτική εφαρμογή του προγράμματος κατά τόπους, παρά η παράλογη απαίτη­ ση να μετακινείται ο πληθυσμός. Ίσως το δίδαγμα για ά λλες χώρες είναι να ενεργήσουν μόνες τους στο θέμα της πληθυσμιακής ανάπτυξης, πριν φτάσουν στο να επιλέξουν ανάμεσα στο θάνατο από πείνα και τα αυ στηρά μέτρα που περιορίζουν τις ελευθερίες του αν θρώπου.

Ο μεγάλος και συνεχώς αυξανόμενος πληθυσμός της Κίνας είχε τεράστιες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι μεταξύ 1986 και 1994 η κυβέρνηση της Κίνας σχεδόν διπλασίασε τις δαπάνες της για την προστασία του περιβάλλοντος. Όμως, οι περισσότεροι ποταμοί της χώρας, ιδιαίτερα σε αστικές πε­ριοχές, παρουσιάζουν σοβαρή ρύπανση, ενώ η ρύπαν­ση της ατμόσφαιρας στις πόλεις προξενεί σοβαρά προβλήματα στην υγεία. Αν και η Κίνα έχει περίπου το 7% του συνόλου της καλλιεργήσιμης γης στον κόσμο, περί­που το μισό της έκτασης αυτής είναι άγονο ή ημιάγονο, ενώ το 29% αποτελείται από έρημους και βραχώδη όρη. Η διάβρωση του εδάφους στην Κίνα είναι σοβαρό φαι­νόμενο που συνεχώς επιδεινώνεται. Χάρη στις προσπάθειες αναδάσωσης που διήρκεσαν 40 χρόνια, η δασική κάλυψη της χώρας αυξήθηκε από 8,6% σε 13% μεταξύ 1949 καν 1992, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να αγγίξει το στόχο του 17% στο σύνολο της καλλιεργήσιμης γης της χώρας μέχρι το 2000.

Πηγή: G . Tyler Miller , Jr ., Βιώνοντας στο περιβάλλον Ι, (τόμος πρώτος) Αρχές Περιβαλλοντικών Επιστημών, Εκδόσεις Ίων, μετάφραση: Ταλαντοπούλου Μ., Επιμέλεια: Δρ. Παυλόπουλος Κ., έκδ. 9 η, σελίδες 189-193.